γυναικοθοίνας

γῠναικο-θοίνας, ,
A feasted by the women or feaster of women, epith. of Ares at Tegea, Paus.8.48.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γυναικοθοίνας — γυναικοθοίνας, ο (Α), αυτός που ανατράφηκε από γυναίκες. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυνή, γυναικός + θοινώ «τρώγω» (< θοίνη «τροφή»)] …   Dictionary of Greek

  • γυναίκα — Ο άνθρωπος θηλυκού γένους. Με τον όρο γ. υποδηλώνεται επίσης η ώριμη για γάμο νέα. Στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπάρχει διάταξη (άρ. 4, παρ. 2) σύμφωνα με την οποία «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Με τη… …   Dictionary of Greek

  • Γυναικοθοίναν — Γυναικοθοίνᾱν , Γυναικοθοίνας feasted by the women masc acc sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.